Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ


Ο ΓΙΟΣ

  Ο Αύγουστος ήταν για μένα , όταν ήμουν παιδί , κι είναι ακόμα, ο πιο αγαπημένος μου μήνας…. Αυτός φέρνει , μαθές , τα σταφύλια και τα σύκα , τα πεπόνια, τα καρπούζια … τον ονομάτισα Άγιον Αύγουστο… αυτός ο προστάτης μου, έλεγα\, σε αυτόν θα  κάνω την προσευχή μου,, όταν θέλω τίποτα, από αυτόν θα το ζητώ , κι αυτός θα το ζητήσει από το Θεό , κι ο Θεός θα μου το δώσει. Και   μια φορά πήρα νερομπογιές και τον ζωγράφισα : έμοιαζε πολύ του παππού μου του χωριάτη… τα ίδια κόκκινα μάγουλα, το ίδιο φαρδύ χαμόγελο, μα ήταν ξυπόλυτος μέσα σ΄ ένα πατητήρι και πατούσε σταφύλια , και τα πόδια του ως τα γόνατα κι ως πάνω στα μεριά τα ΄χα ζωγραφίσει κόκκινα από το μούστο. Κι είχα στεφανώσει το κεφάλι του με κληματόφυλλα. Όμως κάτι του έλειπε . μα τι; Τον κοίταξα καλά  καλά και  του έβαλα δύο κέρατα στο κεφάλι, ανάμεσα στα κληματόφυλλα , γιατί το μαντίλι που φορούσε ο παππούς μου έκανε δεξά και ζερβά δύο μεγάλους κόμπους σαν κέρατα.
Από την στιγμή που τον ζωγράφισα και στερέωσα το πρόσωπό του, στερεώθηκε και μέσα μου η εμπιστοσύνη  μου σε αυτόν, και κάθε χρόνο τον περίμενα να έρθει , να τρυγήσει τα αμπέλια της Κρήτης , να πατήσει τα σταφύλια και να κάμει το  θάμα του, να βγάλει από τα σταφύλια το κρασί. Γιατί,  θυμούμαι, το μυστήριο τούτο με τυράννησε πολύ – πως μπορεί να γίνει το σταφύλι κρασί…. Μονάχα ο  Άγιος Αύγουστος  μπορούσε να κάμει ένα τέτοιο θάμα… κι έλεγα: Αχ να ήτανε  να τον συναπαντήσω μία μέρα στο αμπέλι που είχαμε απόξω από το μεγάλο κάστρο και να τον ρωτήσω να μου πει το μυστικό. Τι ΄ναι το θάμα τούτο δεν καταλάβαινα. Η αγουρίδα γίνεται σταφύλι , το σταφύλι γίνεται κρασί, το κρασί το πίνουν  οι άνθρωποι και μεθούνε… γιατί μεθούνε; ‘Όλα αυτά μου φαίνουνταν μυστήρια φοβερά και καμιά φορά που ρώτησα τον πατέρα μου, αυτός μάζεψε τα φρύδια του :   « Μη φυτρώνεις εκεί που δε σε σπέρνουν!» μου αποκρίθηκε.
Τον Αύγουστο ξάπλωναν και στους οψιγιάδες τα σταφύλια , να τα ξεράνει ο ήλιος να γίνουν σταφίδα. Μία χρονιά είχαμε πάει στο αμπέλι μας και μέναμε στο εξοχικό μας σπιτάκι … ο αέρας μύριζε, η γης καίγουνταν , τα τζιτζίκια καίγουνταν κι αυτά , σα να κάθουνταν απάνω σε κάρβουνα αναμμένα.
Τη  μέρα εκείνη , της Κοίμησης της Παναγίας , 15 Αυγούστου, οι εργάτες δούλευαν κι ο πατέρας μου κάθουνταν στη ρίζα μιας ελιάς και κάπνιζε. Είχαν έρθει γύρα οι γειτόνοι , που είχαν απλώσει τη σταφίδα τους , κάπνιζαν πλάι στον πατέρα μου, αμίλητοι. Φαίνουνταν στεναχωρημένοι. Όλοι είχαν καρφώσει τα μάτια σ΄ένα συννεφάκι που ΄χε προβάλει στον ουρανό , κατασκότεινο , βουβό, και προχωρούσε. Είχα καθίσει και εγώ κοντά στον πατέρα μου και κοίταζα  το σύννεφο… μου άρεσε… σκούρο , μολυβί, χνουδάτο, κι ολοένα μεγάλωνε , άλλαζε πρόσωπο και κορμί,  πότε σαν γεμάτο ασκί, πότε σαν μαυροφτέρουγο όρνιο και πότε σαν το ελέφα που είχα δει ζωγραφιά… κουνούσε την προβοσκίδα του κι έψαχνε ν΄αγγίξει  κάτω  της γης. Αεράκι χλιαρό φύσηξε, τα φύλλα της ελιάς ανατρίχιασαν. Ένας γείτονας πετάχτηκε όρθιος , άπλωσε το χέρι κατά το σύννεφο που προχωρούσε..
-          Ανάθεμά το , μουρμούρισε, ο Θεός να με βγάλει ψεύτη, φέρνει κατακλυσμό.
-          Δάγκασε τη γλώσσα σου , του  ‘καμε ένας γέρος θεοφοβούμενος , δε θα το αφήσει η Παναγία σήμερα είναι της χάρης της….
Ο πατέρας μου έγρουξε , μα δεν έβγαλε άχνα… πίστευε στην Παναγία , μα δεν πίστευε πως η  Παναγία μπορούσε να κουμαντάρει τα σύννεφα.
Εκεί που μιλούσαν,  ο ουρανός σκεπάστηκε ….. οι πρώτες στάλες, χοντρές , ζεστές, άρχισαν να πέφτουν. Τα σύννεφα χαμήλωσαν, κίτρινες βουβές αστραπές καταξέσκισαν τον ουρανό.
-Παναγία μου φώναξαν οι γειτόνοι. Βοήθεια!
Όλοι πετάχτηκαν απάνω, κατασκόρπισαν, καθένας έτρεχε κατά το αμπέλι του, όπου είχαν απλώσει τη σταφίδα της χρονιάς…. Κι ως έτρεχαν, ολοένα και σκοτείνιαζε ο αγέρας, κρεμάστηκαν μαύρες πλεξούδες από τα σύννεφα, ξέσπασε η μπόρα. Γέμισαν τα αυλάκια , πήραν να τρέχουν  οι δρόμοι σαν ποταμοί , φωνές ακούστηκαν γοερές από το κάθε αμπέλι. Άλλοι βλαστημούσαν , άλλοι φώναζαν την Παναγιά να τους λυπηθεί , να βάλει το χέρι της , και στο τέλος  θρήνος ξέσπασε πίσω από τις ελιές στο κάθε αμπέλι.
Ξέφυγα από το σπιτάκι , έτρεξα μέσα στη νεροποντή , παράξενη χαρά με είχε συνεπάρει , σα μεθύσι.
Είχα φτάσει  ως το δρόμο, δε μπόρεσα να τον περάσω, ήταν ποταμός , και στάθηκα και κοίταζα: Μαζί με τα νερά κυλούσαν αγκαλιές αγκαλιές τα μισοξεραμένα σταφύλια , ο μόχτος της χρονιάς, έτρεχαν κατά τη θάλασσα και χάνουνταν. Ο θρήνος δυνάμωνε , μερικές γυναίκες είχαν χωθεί ως τα γόνατα μέσα στα νερά και μάχουνταν να περισώσουν λίγη σταφίδα… άλλες όρθιες στην άκρα του δρόμου, είχαν βάλει τις μπαλίδες τους και συρομαδιούνταν.
Είχα γίνει μουσκίδι ως το κόκαλο… πήρα δρόμο κατά το σπιτάκι και μάχουμουν να κρύψω τη χαρά μου… βιαζούμουν να δω τι θα ‘κανε ο πατέρας μου… θα  ‘κλαιγε, θα βλαστημούσε , θα φώναζε;  Περνώντας από τον οψιγιά είδα πως όλη μας η σταφίδα είχε φύγει.
Τον είδα να στέκεται στο κατώφλι , ακίνητος και δάγκανε τα μουστάκια του. Πίσω του, όρθια η μητέρα έκλαιγε.
-Πατέρα, φώναξα, πάει η σταφίδα μας!
-Εμείς δεν πάμε, μου αποκρίθηκε… σώπα!
Ποτέ δεν ξέχασα τη στιγμή ετούτη…. Θαρρώ μου στάθηκε στις δύσκολες στιγμές της ζωής μου μεγάλο μάθημα… αναθυμόμουν τον πατέρα μου ήσυχο, ασάλευτο, να στέκεται στο κατώφλι, μήτε βλαστημούσε μήτε παρακαλούσε , μήτε έκλαιγε… ασάλευτος κοίταζε τον όλεθρο κι έσωζε, μόνος αυτός , ανάμεσα σε όλους τους γειτόνους, την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.



ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
(Ηράκλειο 1883- Φράιμπουργκ  Γερμανίας 1957)
Στοχαστής , μεταφραστής και σπουδαίος πεζογράφος, Επηρεάστηκε από τους μεγάλους φιλόσοφους Νίτσε και Μπερξόν , από το βουδισμό και την κουμουνιστική ιδεολογία. Επιδίωξε την ίδρυση νέας θρησκείας και οραματίστηκε μια καινούργια ηθική. Άνθρωπος πολυταξιδεμένος, πνεύμα ανήσυχο και ανυπότακτο , συνδύασε στο έργο του  ποικίλα στοιχεία από διάφορους πολιτισμούς , τα οποία κατάφερε να ενσωματώσει στην ελληνική πολιτισμική κληρονομιά. ( Ασκητική, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά , Ο φτωχούλης του Θεού, Οδύσσεια, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται , Καπετάν Μιχάλης κ.ά. )

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου